Το απόγευμα, ο ήλιος έριχνε μακριές σκιές στη Βενετία. Η Πόλυ και η Ισαβέλλα περπατούσαν στα στενά δρομάκια. Τα βήματά τους αντηχούσαν στις παλιές πέτρες. Η Ισαβέλλα κρατούσε έναν χάρτη. Έμοιαζε ζωντανός, με τα σύμβολά του να λάμπουν στο φως. Στρίψανε σε έναν σκοτεινό, στενό δρόμο και βρήκαν την πρώτη τους πρόκληση.
Μπροστά τους ήταν ένα μεγάλο, παλιό κτίριο. Έδειχνε μεγαλοπρεπές αλλά λίγο φθαρμένο. Η ατμόσφαιρα ήταν μυστηριώδης, σαν το κτίριο να είχε μυστικά. Μέσα, άκουσαν ένα απαλό, παράξενο τραγούδι. Η μουσική τους καλούσε να πλησιάσουν.
Η Ισαβέλλα σταμάτησε. Είδε ένα παράξενο σημάδι στον χάρτη. Έμοιαζε με μάσκα με κενά μάτια. Στέκονταν ακριβώς εκεί που ήταν το σημάδι. Η Πόλυ, περίεργη, ήξερε ότι αυτό ήταν σημαντικό. Η μάσκα δεν ήταν απλά μια εικόνα. Ήταν ένα κλειδί, μια πρόσκληση για μια μυστική συνάντηση μέσα στο κτίριο.
Η Ισαβέλλα ήθελε να λύσει το μυστήριο. Άνοιξε την παλιά πόρτα. Μέσα ήταν μια μεγάλη αίθουσα με παλιά έργα τέχνης και πολυτελή φώτα. Ο αέρας ήταν σκονισμένος, αλλά το δωμάτιο έμοιαζε ζωντανό, σαν να περίμενε ανθρώπους να επιστρέψουν. Η Πόλυ, πάντα γενναία, πετούσε τριγύρω, η σκιά της χόρευε στους τοίχους.
Ακολούθησαν τη μουσική. Τους οδήγησε σε ένα μεγάλο, όμορφο δωμάτιο. Εκεί, γινόταν ένα πάρτι. Οι άνθρωποι φορούσαν υπέροχα ρούχα και μάσκες. Χόρευαν κάτω από το φως των κεριών. Έμοιαζε σαν να ήταν στο παρελθόν.
Η Πόλυ είδε έναν άντρα να στέκεται μόνος. Η μάσκα του έμοιαζε με εκείνη στον χάρτη της Ισαβέλλας. Έδειχνε σημαντικός, σαν να ήξερε τις απαντήσεις. Η Ισαβέλλα έγνεψε, και η Πόλυ πήγε κοντά του αθόρυβα.
Ο άντρας άπλωσε το χέρι του. Κρατούσε ένα παλιό χαρτί. "Για να βρεις το παρελθόν, πρέπει να ζήσεις στο παρόν," είπε. Η Ισαβέλλα κατάλαβε. Το χαρτί δεν ήταν απλά παλιό. Ήταν μια ιστορία που έπρεπε να διαβάσουν. Μαζί, έπρεπε να βρουν τα μυστικά του. Κάθε σελίδα έλεγε ένα μέρος της ιστορίας της Βενετίας.