Ο Λούκας παράγγειλε έναν καφέ και κάθισε στη γωνιά του καφενείου που ήταν άδεια. Έβγαλε το βιβλίο του και προσπάθησε να διαβάσει. Όμως ο άντρας στο διπλανό τραπέζι τον κοιτούσε επίμονα.
«Αυτή είναι μια πολύ παλιά έκδοση», είπε ο άντρας. Ο Λούκας σήκωσε το βλέμμα του. Ο άντρας φορούσε ένα βαρύ σακάκι, παρόλο που το καφενείο ήταν ζεστό. «Κάποτε πουλούσα τέτοια βιβλία. Στη γωνία εδώ κοντά. Το μαγαζί δεν υπάρχει πια.»
«Δεν υπάρχει;» ρώτησε ο Λούκας. Ένιωσε άβολα, αλλά δεν ήξερε πώς να τελειώσει τη συζήτηση. «Τι είδους μαγαζί ήταν;»
Read it. Then say it.
Shadow this paragraph in the PollyStop app — record yourself, see how close your pronunciation gets to a native speaker's, sentence by sentence. Free.
Ο άντρας γέλασε σιγανά. «Παλιά βιβλία. Σαράντα χρόνια. Μετά το κτίριο πουλήθηκε σε μια τράπεζα. Η τράπεζα έκλεισε κι αυτή, πριν από τρία χρόνια. Τώρα είναι κατάστημα ρούχων.» Κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Κάθε φορά που περνάω από εκεί, ξεχνιέμαι για ένα δευτερόλεπτο. Σχεδόν μπαίνω μέσα.»
Ο Λούκας έκλεισε το βιβλίο του και άκουσε προσεκτικά. Ο άντρας δεν ζητούσε τίποτα. Απλώς ήθελε να πει σε κάποιον για ένα μέρος που κάποτε υπήρχε εκεί.